ἄλφι

ἄλφι
Grammatical information: n.
Meaning: `barley-groats' (h. Cer. 208), pl. ἄλφιτα (Il.), from which the sg. ἄλφιτον, in Hom. only in ἀλφίτου ἀκτή.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [29] *h₂elbʰi
Etymology: One assumes a plural *ἄλφατα from an i-n-stem as in Skt. ásth-i, asth-n-ás `bone', on the basis of ἀλίφατα ἄλφιτα η ἄλευρα H. But i\/n-stems are doubtful, and ἀλίφατα has been read as *ἀληφατα (Latte; cf. DELG, who compares ἀλήφατον ἄνθος ἐλαίης Peek, Grab-Epigramme 1897; the form would have been derived from ἀλέω.) - ἄλφι can be identical with Alb. elb, -i `barley' (from. *albhi), s. Demiraj. Further origin uncertain; perhaps PIE *h₂(e)lbh-i. - Here also Turc. arpa `barley', perhaps from an Iran. *arbi, Vasmer Stud. alb. Wortforsch. I, 1921, 16ff. - ἄλφι is mostly connected with ἀλφός (cf. λεύκ' ἄλφιτα Σ 560); "wenig wahrscheinlich", Demiraj. S. EIEC 51 with Iranian forms. On the meaning Moritz Class. Quart. 43, 1949, 113ff.
See also: .
Page in Frisk: 1,81

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άλφι — ἄλφι, το (Α) βλ. άλφιτον. [ΕΤΥΜΟΛ. Όρος που δήλωνε αρχικά είδος αλεύρου από κριθάρι σε αντίθεση με τις λ. ἄλειαρ*, ἄλευρον. Αργότερα η λ. δήλωνε κατ’ επέκταση «το καθημερινό ψωμί, τον επιούσιο». Πρόκειται για αρχαίο τ. αθέματου (τριτόκλιτου)… …   Dictionary of Greek

  • ἄλφι — ἄλφιτον barley groats neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • albhi- —     albhi     English meaning: “barley”     Deutsche Übersetzung: “Gerste”     Note: Root albhi : “barley” derived from a truncated Root eregʷ(h)o , erogʷ(h)o : “pea” [common Gk. kʷ > p , gʷ > b phonetic mutation].     Material: Gk. ἄλφι,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • αλφηστής — ἀλφηστής, ο (Α) (Μ και ἀλφηστήρ, ῆρος) 1. αυτός που συντηρείται, που αποζεί από την εργασία του, εργατικός, δραστήριος 2. είδος ψαριών που κολυμπούν κατά ζεύγη 3. φρ. «ἑκὰς ἀνδρῶν ἀλφηστάων», για τους Φαίακες. [ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητική λ. γνωστή ήδη από… …   Dictionary of Greek

  • лебеда — растение Аtriрlех , лобода – то же, укр. диал. лебеда, др. русск. лебеда, лобода, словен. lebeda, чеш. lеbеdа, польск. lebioda, наряду с укр., блр. лобода, болг. лобода, сербохорв. лобо̀да, словен. loboda, слвц. lоbоdа, польск. ɫоbоdа, в. луж., н …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • άλφιτα — ἄλφιτα, τα (Α) βλ. άλφιτον. [ΕΤΥΜΟΛ. Πληθ. τής λ. ἄλφι*. ΠΑΡ. αρχ. ἄλφιτον] …   Dictionary of Greek

  • άλφιτον — ἄλφιτον, το (Α) (στον ενικό μόνο στον Όμηρο) 1. ξεφλουδισμένο ή χοντροκοπανισμένο κριθάρι 2. φρ. «ἀλφίτου ἀκτίς», κριθάλευρο (συνήθως στον πληθυντικό) τὰ ἄλφιτα 3. χονδροκομμένο αλεύρι, πληγούρι (σε αντίθεση με τα ἀλείατα*), με το οποίο συνήθιζαν …   Dictionary of Greek

  • αλφιτήριον — ἀλφιτήριον, το (Α) δοχείο, μέσα στο οποίο φυλάσσονται άλφιτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πιθ. *ἀλφιτὴρ ή *ἀλφιτὴς και κατάλ. (τηρ)ιον ή και απευθείας από το άλφι] …   Dictionary of Greek

  • ευήλατος — η, ο (Α εὐήλατος, ον) (για μέταλλα) αυτός που μπορεί να σφυρηλατηθεί ή έχει σφυρηλατηθεί καλά αρχ. 1. αυτός πάνω στον οποίο μπορεί κάποιος να ιππεύει ή να κινείται εύκολα (α. «λείαν καὶ εὐήλατον ὁδόν» β. «ἡ τῆς ἀρετῆς [ὁδὸς] τὰ πρῶτα οὐκ εὐήλατά… …   Dictionary of Greek

  • θέμις — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν Τιτανίδα, κόρη της Γαίας και του Ουρανού, προσωποποίηση του θείου δικαίου, του νόμου και της τάξης. Συγκαταλέγεται (ύστερα από τη Μήτι και πριν από την Ήρα) μεταξύ των συζύγων του Δία, του εγγυητή όλων των κανόνων που… …   Dictionary of Greek

  • ισχίο — το (ΑΜ ἰσχίον) το τμήμα τού σώματος στο οποίο συνδέεται το κάτω άκρο με τη λεκάνη, γοφός νεοελλ. 1. ζωολ. το μεσαίο τμήμα τού αρθρωτού άκρου τών εντόμων το οποίο αρθρώνεται με τον θώρακα και με τον τροχαντήρα 2. ναυτ. το τμήμα τού σκάφους από την …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.